Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

ΚΡΑΥΓΕΣ ΑΓΩΝΙΑΣ



Αγαπητοί φίλοι,
αυτή η επιστολή απευθύνεται σ’ όλους εκείνους που πιστεύουν στην αναγκαιότητα του πολιτισμού και όλων των αγαθών του, σε όλους εκείνους που αισθάνονται ότι χωρίς αληθινό πολιτιστικό προϊόν, το μέλλον μας είναι καταδικασμένο. Ξέρω ότι υπάρχει πολύς κουρασμένος κόσμος που παλεύοντας καθημερινά  στην αναζήτηση του επιούσιου έχει εξαντληθεί και δεν έχει αυτιά για ν’ ακούσει τέτοιες πολυτέλειες, αλλά στόχος μας είναι να τον πείσουμε ότι δεν είναι πολυτέλεια η ψυχαγωγία του, ότι δεν λύνονται τα προβλήματά του στον καναπέ απέναντι σε μια τηλεόραση, ότι δεν πρόκειται να μάθει καμιά αλήθεια από τα ‘δελτία των 8’ κι ότι ο Τύπος, έντυπος και ηλεκτρονικός, στο μεγαλύτερό του ποσοστό,  υπάρχει για να παραπληροφορεί και να αποπροσανατολίζει, παρά για να ενημερώνει.

 Το ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΟΑ εδώ και 43 χρόνια, εγκατεστημένο σε μια γειτονιά του Ζωγράφου, μακριά από τα φώτα των λεωφόρων και τις λαμπερές ταμπέλλες, στερημένο ακόμη και από μια υποτυπώδη πινακίδα του δρόμου που θα ενημέρωνε για την ακριβή θέση του τους θεατές του, που έρχονται  να παρακολουθήσουν μια παράστασή του από τα πιο απόμακρα σημεία της Αθήνας – ακόμη και της Ελλάδας –, παλεύει με νύχια και με δόντια για να διατηρήσει αναμμένη τη φλόγα της ελπίδας,  προσφέροντας μια τέχνη που βοηθά στην  διαρκή επαγρύπνηση και τη συνεχή εγρήγορση.
Αυτό το θέατρο, που κάποιες παλιές συμβατικές συγκυρίες το έχουν καταστήσει σαν ένα από τους ακριβότερους θεατρικούς χώρους της Αθήνας(!), προσπαθούμε να το κρατήσουμε στη ζωή χύνοντας πολύ ιδρώτα. Προσπαθούμε να το γλιτώσουμε από τη μετατροπή του σε σούπερ μάρκετ, συνεργείο, μπιλιαρδάδικο και ό,τι  άλλο θα εξευτέλιζε αυτό που  εδώ και χρόνια προσφέρει, μια όαση ανθρωπιάς, πολιτισμού και πνευματικότητας. Γιατί το Θέατρο ΣΤΟΑ θεωρείται από το σύνολο των πνευματικών ανθρώπων αυτού του τόπου ένας  ιστορικός  χώρος που κουβαλάει μέσα του μνήμες αληθινού και υγιούς πνευματικού αγώνα. Αυτό το θέατρο υπάρχει επειδή κάποιοι άνθρωποι, ρομαντικοί, ονειροπόλοι και τρελοί, το πληρώνουν με χρυσάφι, δίνοντας και την τελευταία ικμάδα της ζωής τους για να διατηρηθεί μια εστία πολιτισμού μέσα σ’ αυτόν τον απελπιστικά κυνικό κόσμο που ζούμε.
43 χρόνια διαρκούς  λειτουργίας, το έχουν καταστήσει το δεύτερο μακροβιότερο θέατρο της Ελλάδας και μάλιστα σε εποχές πολιτικών ανωμαλιών και οικονομικής αθλιότητας. 43 χρόνια, 110 πρεμιέρες, 8000 παραστάσεις, εκατοντάδες πνευματικές εκδηλώσεις που τις παρακολούθησαν περισσότερο από ένα εκατομμύριο άτομα, είναι η μικρή του προσφορά σ’ αυτό που λέγεται  πολιτισμός. Σε άλλες χώρες ή σε άλλες εποχές, το Θέατρο ΣΤΟΑ θα είχε γίνει κρατικός οργανισμός και κάποιος Νόμος θα του πρόσφερε μια μόνιμη διάρκεια, απαλλάσσοντάς το από την καθημερινή αγωνία της επιβίωσης. Σε άλλες χώρες ή σε άλλες εποχές ο Δήμος, τιμώντας την προσφορά του, θα το είχε αγοράσει για να το διατηρήσει σαν μόνιμο χώρο πολιτισμού. Σε άλλες χώρες ή σε άλλες εποχές τα πράγματα θα ήταν αλλιώς. Αλλά δυστυχώς ποτέ δεν μετατράπηκε η Ελλάδα σε ‘άλλη χώρα’, ούτε ήρθαν οι ‘άλλες εποχές’. Και κινδυνεύουμε, όπως δεκάδες παρόμοιοι πνευματικοί χώροι, να μας παρασύρει κάποιο συμφεροντολογικό κύμα και να μείνουμε  στην ιστορία σαν μια ανάμνηση πολιτιστικής προσφοράς.
O μόνος τρόπος που απομένει για να συνεχιστεί η ύπαρξη ενός τέτοιου  χώρου είναι η συνειδητοποίηση από τους ευαίσθητους και υποψιασμένους, ότι πρέπει με κάθε μέσον  να διασωθεί, όχι οι τοίχοι και οι κολώνες του, αλλά η ιστορικότητά του, το παρελθόν του. Σήμερα μπορεί να υπάρχει χάρη στον Παπαγεωργίου, την Πρωτοψάλτη και κάποια άλλα παιδιά που παλεύουν με αληθινή αυτοθυσία, αύριο όμως πρέπει να έρθουν άλλοι για να συνεχίσουν την πορεία του, επειδή τέτοιες εστίες  χρειάζεται μια χώρα κι ένας  λαός για να μπορεί να βρίσκει μέσα του έναν αντίλογο στην βαρβαρότητα που τον περιτριγυρίζει.

Το ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΟΑ πρέπει να σωθεί. Πρέπει να μπορέσει να συνεχίσει την πνευματική προσφορά του και να παραμείνει μια εστία πολιτισμού και για να συμβεί αυτό χρειάζεται τη συμμετοχή σας. Δεν ζητάμε τίποτα άλλο από το να το στηρίξετε παρακολουθώντας τις παραστάσεις μας και τις άλλες μας εκδηλώσεις. Κάθε εισιτήριο που αγοράζετε, μας βοηθάει να καλύψουμε τα υπέρογκα έξοδά του. Κάθε εισιτήριο που αγοράζετε επιτρέπει να παραμείνει ο χώρος Θέατρο και όχι μπακάλικο ή συνεργείο. Δεν αισθανόμαστε ότι ζητιανεύουμε. Πιστεύουμε ότι ζητάμε τα αυτονόητα.
Βγάζουμε κραυγή απελπισίας για το μέλλον αυτής της πατρίδας και πιστεύουμε ότι μόνο ο Πολιτισμός μπορεί να μας σώσει από τον μαρασμό. Αν πιστεύετε ότι το ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΟΑ προσφέρει Πολιτισμό σ’ αυτό τον τόπο βοηθήστε το.

Φέτος επαναλαμβάνουμε, μετά από είκοσι χρόνια, μια εμβληματική παράσταση, που άφησε εποχή. Πρόκειται για τη σπουδαία ΜΗΔΕΙΑ του μεγάλου μας ΜΠΟΣΤ, μια κωμωδία που το 1993 που πρωτοανέβηκε, την παρακολούθησαν 60000 άτομα σε όλη την Ελλάδα, πρωτοφανής αριθμός για τα θεατρικά δεδομένα. Με τους ίδιους βασικούς συντελεστές εκείνης της εποχής, τη Λήδα Πρωτοψάλτη, τον Θανάση Παπαγεωργίου, τον Παύλο Ορκόπουλο, τη Νίκη Χαντζίδου, την Ευδοκία Σουβατζή, την Εύα Καμινάρη και άλλα νεώτερα παιδιά, ξαναζωντανεύει ο μοναδικός λόγος του Μποστ και αναδεικνύεται το καυστικό του χιούμορ και η πικρή του σάτιρα. 

Ετοιμάζουμε και άλλες δραστηριότητες. Ετοιμάζεται η επαναφορά της παιδικής μας σκηνής, ένα θεατρικό εργαστήρι για παιδιά και νέους, καθώς και άλλες δύο παραγωγές, που ελπίζουμε να τις ολοκληρώσουμε. Ακόμα τρεις ποιητικές βραδιές και μια μουσική εκδήλωση, αφιέρωμα στον Μποστ, με αφορμή τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων από τότε που μας άφησε.

Αγαπητοί φίλοι, 
κάθε εστία πολιτισμού βοηθάει να ξεπεράσουμε ευκολότερα αυτή τη μαύρη εποχή που έχουμε καταδικαστεί να ζούμε.
Γιατί μόνο με ένα καθαρό μυαλό μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτή την πρωτοφανή επίθεση που δέχεται η αξιοπρέπειά μας.

Σας περιμένουμε στη ΣΤΟΑ, σίγουροι ότι δεν θα πάει χαμένος ο χρόνος σας.
ΘΕΑΤΡΟ  ΣΤΟΑ                                                                                                                                        


Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΟΤΑΜΙΤΗ



Ο καλλιτέχνης και ο κ. Δήμαρχος…

Δεν μπορώ να πω ότι ήμασταν φίλοι με τον Δημήτρη Ποταμίτη, αλλά είναι βέβαιο ότι είχαμε δημιουργήσει μια σχέση συνεργασίας σε σημαντικά θέματα, τόσο από το κοινό επάγγελμα, όσο και  από την επαγγελματική συνύπαρξή μας στον ίδιο Δήμο. Βρισκόμασταν συχνά, εξ αιτίας των κοινών προβλημάτων της δουλειάς μας, συμμετείχαμε σε κοινούς επαγγελματικούς αγώνες, συναντιόμασταν  τυχαία τα βράδια στην ταβέρνα του Παπαγιάννη για φαί και παλεύαμε από κοινού, ο καθένας με τον τρόπο του,  για την αντιμετώπιση του κοινού εχθρού, που δεν ήταν άλλος από το φτηνό εμπορικό θέαμα, του οποίου υπήρξαμε και οι δύο φανατικοί εχθροί του. Ο Δημήτρης έφυγε νωρίς από τη ζωή χωρίς να ολοκληρώσει το όνειρό του και βέβαια με τίποτα δεν θα μπορούσε  να διανοηθεί την τύχη που του επεφύλασσε, όχι η μετά θάνατον αναγνώριση του πολιτιστικού αγώνα του, αλλά η μεταθανάτια πορεία του φθαρτού σώματός του. Στη ΖΩ2 του Μαρτίου διάβασα με πίκρα, ότι τα κόκαλά του βρίσκονται στα αζήτητα του νεκροταφείου!
Φαντάζομαι ότι πολλοί άνθρωποι τον γνώρισαν και τον χειροκρότησαν και άλλοι τόσοι θα θαύμαζαν αυτό που είχε να προσφέρει και που το πρόσφερε με όλο του το είναι, χωρίς να κρατάει πολλά για τον εαυτό του. Σίγουρα δεν θα μπορούσε κανείς ποτέ να φανταστεί ότι από όλους αυτούς θα ξεχνιόταν έτσι σκληρά. Και ακόμα περισσότερο δεν θα φανταζόταν ότι εκείνοι που τον τιμούσαν όσο ήταν στη ζωή, το κάνανε εντελώς υποκριτικά, έτσι για το θεαθήναι, μόνο και μόνο για να ξεγελάσουν και να εισπράξουν προσωπικό χειροκρότημα, παρά για να τιμήσουν τον καλλιτέχνη, το ταλέντο του και την πορεία του. Ήθελα από καιρό να γράψω κάτι πάνω σ’ αυτό, αλλά έπεσαν οι προεκλογικές βδομάδες και δεν υπήρχε χώρος και χρόνος να προσφερθεί για κοινωνικούς προβληματισμούς. Ήταν η φάση της απόλυτης πολιτικοποίησης της ζωής μας, που φέτος, για κάποιον περίεργο λόγο, άξιο ψυχανάλυσης και κοινωνικής μελέτης, κέρδισε όλη τη ζωτικότητα μεγάλου μέρους σοβαρών και μωρών ανθρώπων. Παρακολουθούσα την προεκλογική περίοδο, μάθαινα  για τις ίντριγκες και τα χτυπήματα κάτω από τη μέση, προκειμένου να υπερισχύσει ο προσωπικός εκλεκτός, αηδίαζα με την ευκολία που τόσοι πολλοί άνθρωποι θεώρησαν τον εαυτό τους ικανό να αναλάβει τις ευθύνες των προβλημάτων μιας πόλης – όταν μάλιστα γνωρίζω από πρώτο χέρι την ανικανότητα μερικών – και άφησα να περάσει ο χρόνος ώσπου να έρθει η ώρα να συνδέσω αυτά τα δύο γεγονότα: τα αζήτητα οστά του Δημήτρη και την μανιακή προσπάθεια  κάποιων να κατακτήσουν θέσεις εξουσίας. Με αφορμή τον έξαλλο προεκλογικό αγώνα,  σκέφτηκα ότι κάποιοι από αυτούς τους υποψήφιους θα βρισκόντουσαν αύριο στη θέση της εξουσίας που κυνηγάνε και αυτή η θέση θα τους έδινε το προνόμιο να αποδώσουν τιμές σε κάποιον επιφανή συμπολίτη που θα γεννιότανε, θα βαφτιζότανε, θα παντρευότανε, ή θα έφευγε από τη ζωή.

Ο κ. Δήμαρχος κι ο καλλιτέχνης…
 Όπως έγινε με τον Δημήτρη. Και όπως έγινε με τον πρώην δήμαρχο, τον κ. Γιάννη Καζάκο. Πώς συνδέονται αυτοί οι δύο με όλα αυτά που έγραψα πιο πάνω; Απλώς, κάποτε ο κ. Καζάκος έκανε κι αυτός αγώνα για να επικρατήσει και  να μπορέσει να έχει τα προνόμια που προσφέρουν αυτού του είδους οι επικρατήσεις και από την άλλη ο Δημήτρης είχε την ατυχία να ζήσει σε μια εποχή που ένας κάποιος Καζάκος θα του απέδιδε τιμές πάνω από το φέρετρό του. Ήταν τότε, στην κηδεία του Δημήτρη, που ο τότε Δήμαρχος, σε μια από τις μεγαλοπρεπείς και μεγαλόστομες - δωρεάν είναι… - χειρονομίες του, έβγαλε έναν επικήδειο στην εκκλησία, δηλώνοντας την συγκίνησή του για τον ‘άδικο χαμό του μεγάλου ταλέντου, που χάθηκε δημιουργώντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό και μας άφησε πολιτιστικά φτωχότερους’ και για να δείξει αυτήν του την λατρεία στον πολιτισμό και τους υπηρέτες του αποφάσισε να μετονομάσει το Θέατρο Έρευνας του Δημήτρη, σε Θέατρο Δημήτρης Ποταμίτης. Κοιταχτήκαμε στα μάτια οι παρευρισκόμενοι, για το θράσος της εξουσίας, γνωρίζοντας ότι όλ’ αυτά γίνονται επειδή και οι δύο ανήκαν απλώς στην Νέα Δημοκρατία και τίποτα περισσότερο, αλλά, μαθημένοι σε τέτοια πολιτικάντικα τερτίπια, το κατάπιαμε κι αυτό όπως καταπίνουμε όλες τις υποκρισίες  που έχουμε κατά καιρούς βιώσει. Όταν λοιπόν έμαθα για τα αζήτητα οστά του Δημήτρη, πήγε το μυαλό μου στα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα των κρατούντων. Επαληθεύτηκε για μια ακόμη φορά ο θεατρινισμός τους, που καταλήγει στον απόλυτο εξευτελισμό, εξ αιτίας της αμετροέπειας  και της ασύδοτης χρησιμοποίησης των μέσων για την επίτευξη του σκοπού. Παρακάλεσα μέσα μου να μην μου τύχει τέτοια ‘τιμή’. Και σκέφτηκα, πόσοι από αυτούς που πριν λίγο καιρό εκλιπαρούσαν την ψήφο μας για την εκλογή τους ώστε να μας σώσουν από την καταστροφή και να μας κάνουν καλύτερους, είναι πρόθυμοι να ονομάσουν πλατείες, δρόμους, θέατρα αίθουσες  και πάρκα με το όνομα κάποιου που τα κόκαλά του θα μείνουν στα αζήτητα, επειδή η ευαισθησία των ταγών διαρκεί ελάχιστα και εξαφανίζεται ολοκληρωτικά, όταν πετύχουν τον στόχο τους. Τους μένει μόνο η πρόσκαιρη επιβράβευση κάποιων αφελών πληρωμένων χειροκροτητών και η αιώνια περιφρόνηση όσων μπορούν ακόμα να σκέφτονται. Ας καμαρώσουν τώρα. Υπάρχει ένα ολόκληρο θέατρο με την επωνυμία ‘Δημήτρης Ποταμίτης’, αλλά δεν υπάρχει ούτ’ ένα τόσο δα κουτάκι για να μπουν μέσα τα κόκαλα του Δημήτρη. Οι ψηφοφόροι όμως θα μείνουν με τον θαυμασμό για την απλοχεριά του Δημάρχου και την ευαισθησία του για τους καλλιτέχνες. Ο στόχος επετεύχθη…

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΖΩ2, στις 28 Ιουνίου 2014


Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΜΕΡΑ ΘΕΑΤΡΟΥ





27 Μαρτίου - Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου

Η σημερινή ημέρα έχει ιδιαίτερη σημασία για τους έλληνες ηθοποιούς. Μπορεί σε άλλες χώρες της Ευρώπης να σημαίνει μια γιορτή του θεάτρου και να τιμούν τους ηθοποιούς τους και την προσφορά τους στο κοινωνικό σύνολο, αλλά εδώ δεν μπορούμε να χαρούμε τέτοιες γιορτές και τιμές, αφού καλούμαστε να τη γιορτάσουμε μέσα σε ένα κλίμα απόλυτης απαξίωσης του θεάτρου.

-         Οι αίθουσες διώκονται με το πρόσχημα της ασφάλειας του κοινού, που σε άλλες, προκλητικά κραυγαλέες περιπτώσεις, το ίδιο κοινό είναι εγκαταλελειμμένο στα νύχια κάθε μεγαλέμπορου της διασκέδασης.
-         Οι θεατρικές παραστάσεις έχουν εξοβελιστεί από τις στήλες των εφημερίδων και τα ‘ενημερωτικά’ έντυπα προωθούν τις παραστάσεις μόνο εκείνων που τους πληρώνουν.
-         Η νοοτροπία του λάϊφ-στάϊλ έχει εισχωρήσει σε όλα σχεδόν τα ηλεκτρονικά και έντυπα ΜΜΕ που αναφέρονται σε θεατρικές παραστάσεις και υποκριτικές επιδόσεις και μια αφόρητη ευκολία έχει πάρει τη θέση του σκληρού αγώνα πολλών θεάτρων να ψελλίσουν έναν σωστό θεατρικό λόγο.
-         Η τηλεόραση θεωρεί πολιτιστικές εκπομπές εκείνες που ασχολούνται με τη βλακεία κάποιων αυτόκλητων καλλιτεχνών.
-         Οι σχολές, οργανωμένες σε μια λογική βιοτεχνίας, εξακολουθούν κάθε χρόνο να παράγουν κατά εκατοντάδες άνεργους ηθοποιούς.
-         Όσοι έχουν καταφέρει να βρουν, για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, μια θέση σε κάποιο μεγαλόσχημο θίασο, υφίστανται μια εκμετάλλευση που αγγίζει τα όρια του εξευτελισμού της ίδιας της έννοιας του καλλιτέχνη.
-         Οι μεγάλοι οικονομικοί κολοσσοί - που ξαφνικά ένιωσαν την ανάγκη να επενδύσουν στον Πολιτισμό και τον προσφέρουν αφειδώς, σε καλές τιμές και για όλα τα γούστα - μόνο υποψίες μπορούν να μας γεμίσουν.
-         Οι προοδευτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί απαιτούν ένα τσουχτερό αντίτιμο για κάθε αναφορά στη δουλειά σου, όσο προοδευτική κι αν είναι αυτή.

Και πάνω απ’ όλα αυτά η προκλητική αδιαφορία της Πολιτείας, μιας Πολιτείας που ποτέ άλλοτε δεν αγνόησε τόσο έντονα την έννοια και την ανάγκη του πολιτισμού.
Έτσι οι άνθρωποι του θεάτρου που παλεύουν για την υπεράσπιση της αξιοπρέπειάς τους,  καλούνται να δώσουν έναν άνισο αγώνα για την επιβίωσή τους και την υποστήριξη της τέχνης τους, που συστηματικά και ηθελημένα υποβαθμίζεται.
Το ελληνικό θέατρο λοιπόν προσπαθεί να αρθρώσει τον δικό του λόγο, με ανύπαρκτη θεατρική παιδεία, με διακοπή κάθε κρατικής υποστήριξης, με έναν διαρκή διαφημιστικό βομβαρδισμό υπέρ των μεγάλων συγκροτημάτων που, σε ρυθμούς εργοστασιακούς, παράγουν ‘Πολιτισμό’ και με ένα αδυσώπητο κυνήγι των μικρών θεάτρων.
Κανείς δεν πείθεται ότι η οικονομική κατάσταση της χώρας είναι η αιτία για την αδιαφορία της Πολιτείας, γιατί, ταυτόχρονα, το χρήμα ρέει άφθονο για ‘ημέτερες’ δραστηριότητες.
Κανείς δεν πείθεται για τις ιεραρχήσεις των αναγκών όπως προβάλλονται, γιατί καμιά μελέτη ή σχέδιο δεν υπάρχει για την αντιμετώπιση της πνευματικής κρίσης, επειδή κανείς δεν θεωρεί τον Πολιτισμό απαραίτητο αγαθό με το οποίο θα μπορέσει το άτομο να αντεπεξέλθει στην οικονομική βαρβαρότητα που τον μαστιγώνει.

Και το Θέατρο είναι μια από τις μοναδικές Τέχνες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Σήμερα, Ημέρα του Θεάτρου, θα έπρεπε να στείλουμε το δικό μας μήνυμα σε όλους τους συναδέλφους, σε όλα τα πέρατα της γης:

Στην Ελλάδα δεν νοιάζονται για την πνευματική πρόοδο.
Στην Ελλάδα θέλουν να μας ξαναφέρουν τον Μεσαίωνα.
Στην Ελλάδα επιδοτείται μόνο η αποβλάκωση των μαζών.
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει Υπουργείο Πολιτισμού.
Στην Ελλάδα δεν θέλουν τον Πολιτισμό.

Στην Ελλάδα το θέατρο δεν μπορεί να γιορτάσει την Ημέρα του Θεάτρου, επειδή του έχει επιβληθεί μια μαύρη και ίσως μακριά Νύχτα.









Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΜΙΜΑΘΕΙΑ



ΜΕ ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ

Ένα σημείωμα, που επισυνάπτω, (http://www.athinorama.gr/theatre/article.aspx?id=1003332)
της Ιλειάνας Δημάδη στο ‘αθηνόραμα’ με εξώθησε να παραβώ τις αρχές μου και να απαντήσω. Την απάντησή μου την έστειλα επώνυμα στο ηλεκτρονικό περιοδικό περιμένοντας να την δημοσιεύσουν,  και την ανέβασα στον λογαριασμό του Theatro Stoa στο face book.

Αγαπητή Ιλειάνα,
στις κριτικές σου έχεις το αναφαίρετο δικαίωμα να εκφράζεις  την προσωπική σου γνώμη για μια παράσταση, αλλά αυτού του είδους τα σημειώματα θα έπρεπε να είναι περισσότερο προσεκτικά και να στέκονται με σεβασμό απέναντι σ’ εκείνους που έχουν χύσει ιδρώτα για το ελληνικό θέατρο. Εσκεμμένα αποσιωπάς την ύπαρξη και δεύτερου έργου του Βάϊς  που παίζεται στην Αθήνα και που έχω ανεβάσει στη Στοά, αλλά αυτό θα το θεωρήσω απλώς σαν μια μικρότητα και δεν θα ασχοληθώ. Το να αφορίζεις όμως έτσι εύκολα όλο το ελληνικό θέατρο που δεν ασχολείται με το πολιτικό έργο, είναι μια άνευ προηγουμένου ύβρις που μόνο από αδαή ή αμόρφωτο ή ανιστόρητο άνθρωπο μπορεί να προέλθει. Μια μικρή αναδρομή στα τελευταία σαράντα πέντε χρόνια θα σου έδειχνε ότι σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας, που εσύ ίσως δεν είχες γεννηθεί ακόμη, πολλοί θίασοι δεν κάναμε τίποτα άλλο από το να παρουσιάζουμε έργα εναντίον της χούντας για τα οποία πολλοί από εμάς έχουμε διωχθεί. Αλλά και από τη μεταπολίτευση και μετά ψάχνοντας, θα βρεις στο ρεπερτόριό μας – και επιμένω δεν μιλάω μόνο για τη Στοά – έργα που η πολιτικότητά  τους ήταν και είναι μεγαλύτερης οξύτητας από αυτά που είδες στη Στέγη,  που απ’ ό,τι κατάλαβα ανήκουν σε ένα θέατρο-καταγγελίας/διαμαρτυρίας. Ένας κατάλογος θα σε έπειθε, αλλά θα χρειαστούνε πολλές σελίδες. Κατανοώ την επαγγελματική σου ανάγκη να προβάλλεις το φεστιβάλ της Στέγης, αλλά πρέπει να σου θυμίσω ότι υπήρξαν ηθοποιοί που μετά το τέλος μιας παράστασης  πέρασαν τη νύχτα τους στα μπουντρούμια της ασφάλειας, άλλοι ταξίδεψαν για τα νησάκια και άλλοι, πάρα πολλοί, συνέχισαν τον αγώνα τους, παίζοντας καθημερινά με τη φωτιά της αστυνομίας αλλά και του ταμείου, ανεβάζοντας ‘δυσάρεστα’ έργα. Κάθε προοδευτικός καλλιτέχνης χαιρετά τους βαλκάνιους συναδέλφους που οργίζονται. Αλλά και κάθε προοδευτικός δημοσιογράφος, όπως εσύ, θα έπρεπε να τους καταχωρεί ανάμεσα στην πληθώρα των ιθαγενών της πατρίδας του, που παλεύουν τον αγώνα τον δύσκολο και τον επικίνδυνο. Πολύ πιο επικίνδυνο δε, επειδή δεν έχουν καμιά στέγη να τους προστατέψει.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Ω! ΕΤΑΙΡΙΑ...



Πώς θα βγούμε από την κρίση

Δεν πίστευα στα μάτια μου διαβάζοντας το ρεπορτάζ κάποιας  Άρτεμης Τζίτζη στο ‘αθηνόραμα’ της 12.3.14. Στην Ελλάδα της πείνας και της εξαθλίωσης, στην Ελλάδα της κατάθλιψης και της ανεργίας, στην Ελλάδα των αυτοκτονιών και των απολύσεων, στην Ελλάδα που ο λαός της, το μεγαλύτερο κομμάτι του, εδώ και μερικά χρόνια περνάει μια από τις δυσκολότερες περιόδους του, προσπαθώντας όπως-όπως να επιβιώσει, μπορεί να υπάρχει έντυπο που να δημοσιεύει αυτή την πρόκληση; Και μάλιστα ένα λαϊκό έντυπο που δεν απευθύνεται στην ξιπασμένη γκλαμουριά των νεόπλουτων, αλλά σε ένα λαϊκό κοινό, μιας κοινής, απλής διασκέδασης; Είναι δυνατόν να δημοσιεύεται ένα τέτοιο κείμενο, μιας, έτσι κι αλλιώς, προκλητικής φιέστας, προβάλλοντας την ξιπασιά, την ανοησία και την προκλητικότητα με την οποία μερικοί άνθρωποι μπορούν ανέξοδα να σκέφτονται και να λειτουργούν, εν μέσω μιας πανεθνικής τραγωδίας; Είναι δυνατόν να αναφέρεσαι σε αποδομημένες χωριάτικες σαλάτες και σε μεταμοντέρνες ελληνικές κουζίνες, ενώ τα συσσίτια και τα κοινωνικά παντοπωλεία πληθαίνουν; Είναι δυνατόν να συντάσσεις τη φράση: έξη σεφ έκανα αγώνα για να κρατήσουν ψηλά τη γαστρονομική σημαία «στα τέσσερα χρόνια της οικονομικής κρίσης», όταν ενάμιση εκατομμύριο άνθρωποι έμειναν άνεργοι αυτά τα τέσσερα χρόνια;  Να αναφέρεις τη μαλακία που είπε ο ηλίθιος κινέζος δημοσιογράφος που ‘’αισθάνθηκε μεγάλη άνεση τρώγοντας ένα πρωτοποριακό σοφρίτο’’; Να αναφέρεσαι σε γλυκά τζατζίκια, καυτές γαστρονομικές εξελίξεις και εκσυγχρονισμό της ελληνικής κουζίνας;
Δεν πρόκειται απλώς για ένα κακό κείμενο, κατάλληλο για ένα ελεεινό περιοδικάκι της σειράς, πρόκειται για τον ορισμό της πρόκλησης. Είναι επειεικώς εξοργιστικό. Για κάποια στιγμή  πίστεψα ότι είναι στημένο για να εκθέσει τη Δαμανάκη, την Κεφαλογιάννη, τους υπουργούς τουρισμού και τους διάφορους κοσμικούς μαϊντανούς που έσπευσαν να φωτογραφηθούν περιχαρείς για να διαιωνίσουν την εμετική τους προβολή, αλλά γρήγορα διαπίστωσα ότι μόνο χιούμορ δεν διέθετε το ελεεινό κείμενο. Εδώ μιλάει για αναγέννηση της ελληνικής κουζίνας, για ανασύνθεση της παράδοσης, μιλάει για εξαγωγή των γαστρονομικών κατακτήσεών μας, για δεκαπέντε δημοσιογράφους που ήρθαν ειδικά από το εξωτερικό για τη σπουδαία τελετή! Και ακόμη επιλέγει από τις βαρυσήμαντες ομιλίες, ειδικές φράσεις, που πρέπει να είσαι πολύ αδαής για να μην καταλάβεις το βαθύτερο νόημα της γιορτής.
«…δηλώνει(η πρωτοβουλία του περιοδικού) με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την επιλογή της πολιτείας καθώς και των παραγωγικών δυνάμεων του τόπου να αναδείξουν και να κάνουν γνωστό σε διεθνές επίπεδο τον ελληνικό γαστρονομικό πολιτισμό αλλά και να τον θέσουν στην υπηρεσία της τουριστικής ανάπτυξης», είπε η κ. Κεφαλογιάννη.
«Ήταν μεγάλη μου χαρά και τιμή να συμμετάσχω σε μια τόσο σημαντική διοργάνωση στον τομέα του τουρισμού και της γαστρονομίας. Τέτοιες εκδηλώσεις θεωρώ ότι πρέπει να αποτελούν μέρος της εθνικής στρατηγικής για τον τουρισμό», δήλωσε η Katarzyna Sobierajska, γενική γραμματέας του υπουργείου Τουρισμού και Αθλητισμού της Πολωνίας. Είναι «μια πολύ καλή και δημιουργική πρωτοβουλία και το γεγονός ότι έχουν την υποστήριξη της κυβέρνησής σας είναι ιδιαίτερα σημαντικό», είπε ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας της Ουγγαρίας Istvan Komoroczki.
Και το κερασάκι από την πάλαι ποτέ σημαία των εξεγερμένων: «Είναι πολύ ωραίο που βρισκόμαστε όλοι σε αυτήν τη θαυμάσια εκδήλωση, ώστε οι υπουργοί να έχουν ιδία αντίληψη για τον πλούτο της ελληνικής γαστρονομίας, η οποία μπορεί να γίνει η κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη του τουρισμού και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας». Τάδε έφη Μαρία Δαμανάκη, επίτροπος Θαλάσσιας Πολιτικής και Αλιείας στην Ε.Ε.
Το μήνυμα το πήραμε: μπορούμε να εξελιχθούμε στα καλύτερα γκαρσόνια της Ευρώπης. Μας το είπανε με χιλιάδες τρόπους, ημέτεροι και ξένοι. Σεφ έχετε, αναδομημένες συνταγές έχετε, μεταμοντέρνες κουζίνες φτιάξατε, δημοσιογράφους υψίστης αισθητικής και εθνικής ευαισθησίας διαθέτετε, περιοδικά να τις υποστηρίξουν αποκτήσατε, έ, τι άλλο χρειάζεστε για να βγείτε από την κρίση; Φάτε και ένα μεταμοντέρνο ρυζόγαλο με καρυδόπιτα και ξεκινήστε την αναγέννηση της χώρας σας. Τι άλλα σκατά να σας δώσουμε; Ε, πιά!

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ