Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013


 

ΠΑΝΕ 84 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΤΕ...
 
Πιστεύοντας ακλόνητα στο μεγάλο εκπολιτιστικό χαρακτήρα της Δραματικής και της Θεατρικής Τέχνης, θλιβόμεθα κατάκαρδα δια την σημερινήν της κατάστασιν. Όλοι πρέπει να πάρομεν με ειλικρίνειαν την μερίδα μας από τις ευθύνες! Και συγγραφείς και κριτικοί και ηθοποιοί και κοινόν.

Αν ερχόμαστε να διαπιστώσουμε και μείς δημοσία τη θλιβερή κατάσταση, δεν το κάνομε για να προστεθούμε στους ανωφελείς κατηγόρους, αλλά για να δώσομε το σύνθημα σε μια επανάσταση και μια προσπάθεια αναδημιουργίας. Ανώτερη καλλιτεχνική και ηθική επιταγή μας επιβάλλει να μη μείνομε με οποιοδήποτε τρόπο συντελεσταί και απαθείς θεαταί μιας πτώσεως που θα είχε για το σύνολό μας δυσάρεστες συνέπειες. Πιστεύομε ότι ο προορισμός της Θεατρικής Τέχνης είναι να μας ξεσκεπάσει με τους πλαστικούς πίνακές της την αιώνια και μυστική ομορφιά που υπάρχει στη ζωή και στην πιο σκοτεινή δυστυχία και στην πιο ανέλπιστη και άγρια περιπέτεια, σ’ αυτό ακόμα το ναυάγιο της φτωχής μας ατομικής υπάρξεως – το θάνατο – και να μας χαρίσει τη γαλήνη του πολιτισμού. Πιστεύομε στην Τέχνη των Τεχνών όπως σε μια θρησκεία της ομορφιάς στην ανώτερη έκφρασή της που έχει την ακατάβλητη δύναμη να ανανεώνει αδιάκοπα το συμβόλαιό της. Πιστεύομε ακόμη στην πλατειά της ανθρωπιστική επίδραση, που τακτοποιεί τα πνεύματα και τις ψυχές βαθύτερα και αποτελεσματικότερα ίσως από κάθε αλήθεια άλλης κατηγορίας, και με την πίστη αυτή κατεβαίνουμε στον αγώνα.

 
31 Μαρτίου 1929

Μαρίκα Κοτοπούλη

Σπύρος Μελάς

Μήτσος Μυράτ

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

ΤΕΡΑΤΟΓΕΝΕΣΕΙΣ



Ο Σπύρος. Γράφει κείμενα, δίνει συνεντεύξεις, καυτηριάζει τους διαφθαρμένους πολιτικούς, ζητάει ένα κράτος δικαίου για να τους τιμωρήσει. Το μεσημέρι βρίσκει ένα μήνυμα από το γραφείο του υπουργού σχετικά με το ραντεβού που είχε ζητήσει πριν τρεις μήνες, για να του θέσει τα προβλήματα της κοινότητας, μπας και του αποσπάσει ένα μικρό ποσό για τον τοπικό σύλλογο. Σκέφτεται πώς θα προσφωνήσει τον υπουργό. Θα του πει ‘πιστεύω ότι είστε ο μόνος που νιώθει πραγματική αγάπη για τα προβλήματα του λαού…’. Ζητάει από τη σύζυγο να του σιδερώσει το άσπρο πουκάμισο…

Ο Λουκάς. Το βράδυ πήγε για τέταρτη φορά στο προαύλιο της ΕΡΤ, φώναξε μαζί με τους άλλους για την αυταρχικότητα της κυβέρνησης και για τις απολύσεις των εργαζόμενων που θα τους πετάξουν στο δρόμο. Μιλάει και μπροστά στην κάμερα και υπερασπίζεται με φανατισμό το δίκιο των απολυμένων. Την άλλη μέρα, στο θέατρο, έχει μια συνάντηση με μερικούς νέους ηθοποιούς που θέλουνε να νοικιάσουν την αίθουσα για είκοσι παραστάσεις. Θα τους ζητήσει εκατόν πενήντα ευρώ την ημέρα, χωρίς απόδειξη φυσικά και τα παιδιά μαραίνονται, γιατί υπολογίζουν σε μια είσπραξη που δεν θα φτάσει ούτε για τα έξοδα του σκηνικού. ‘Δεν γίνεται παιδιά, δεν βγαίνει…’. Τους δίνει να υπογράψουν ένα συμβόλαιο που τυπώθηκε σε ένα μόνο αντίγραφο. Τα παιδιά το υπογράφουν και φεύγουν…

Ο Δημητρός. Είδε στον λογαριασμό του ρεύματος το καινούργιο χαράτσι κι έγινε έξαλλος. Κατέβασε καμιά τριανταριά χριστοπαναγίες για ζέσταμα και είπε στους φίλους του στο καφενείο ότι ‘είμαστε πολύ κορόιδα, ρε, που καθόμαστε με σταυρωμένα χέρια και δεν τους ρίχνουμε στη θάλασσα’. Του θυμήσανε ότι την άλλη βδομάδα θα επισκεφτεί την νομαρχία κυβερνητικό  κλιμάκιο. Να πάμε να τους κράξουμε. Πήγανε και σπάσανε τα χέρια τους στο χειροκρότημα, μόλις ανέβηκε στο βήμα ο υπουργός…

          Ο αντιδήμαρχος πολιτισμού. Προχτές στο δημοτικό συμβούλιο, όταν η αντιπολίτευση του καταλόγισε ανεπάρκεια, αυτός εξερράγη και τους κατηγόρησε πως όταν κάνει εκδηλώσεις ο δήμος κανείς δεν πατάει το πόδι του και τους θύμισε ότι τον περασμένο μήνα, στα εγκαίνια της έκθεσης του Βασιλείου, κανείς δεν εμφανίστηκε. Τους τάπωσε κι αυτοί μουλώξανε. Την επόμενη μέρα, στην παράσταση που έδωσε ο πολιτιστικός σύλλογος του Δήμου, ως συνήθως δεν πάτησε το πόδι του ούτε ο ίδιος. Είχε μια σοβαρή συνάντηση με την κομματική επιτροπή…

Ο Ανέστης, ο ψαράς. Μιλάει σχεδόν με μίσος για τους μεγαλοκαρχαρίες που χρωστάνε στο δημόσιο εκατομμύρια ευρώ. Είναι κάθετος με τη φοροδιαφυγή. Σαν γνήσιος κομμουνιστής πιστεύει ότι πρέπει, ανάμεσα στ’ άλλα που μας λείπουν, να αποκτήσουμε και φορολογική συνείδηση. Την άλλη μέρα το μεσημέρι στο τραπέζι, ανήγγειλε περήφανος στη γυναίκα του και τα παιδιά του, ότι σήμερα στο ψαράδικο από οχτακόσια ευρώ είσπραξη που έκανε, έκοψε αποδείξεις μόνο για σαράντα πέντε. Έπεσε χοντρό, ευδαιμονικό γέλιο…

Ο Στελλάρας, ο ΑΕΚτζής. Τον άκουγε ο γιος του το πρωί που μιλούσε στο τηλέφωνο με τον κολλητό του. Φώναζε και έβριζε για την απόφαση της κυβέρνησης να κλείσει μερικά νοσοκομεία. ‘Ρε μαλάκα’, έλεγε στο τηλέφωνο, ‘δεν θα μπορούμε ούτε ν’ αρρωστήσουμε, θα πεθαίνουμε στο δρόμο! Παίρνουνε τα λεφτά μας και τα χαρίζουνε στους τραπεζίτες’. Του είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι και πήγε το παιδί στην μάνα του και της είπε ‘ο μπαμπάς θα πάθει κανένα εγκεφαλικό, έτσι που παθιάζεται με την πολιτική’. Ευτυχώς το απόγευμα τον άκουσε να ‘χει άλλη διάθεση, να πανηγυρίζει στο τηλέφωνο γιατί ο περιφερειάρχης ο Σγουρός, χάρισε είκοσι εκατομμύρια στην ΑΕΚ για να χτίσει το γήπεδό της. Μάλιστα κάποια στιγμή χαμήλωσε τη φωνή του και τον άκουσε να λέει με ένα γελάκι ‘θα τους γαμήσομε όλους τώρα με τον Μελισσανίδη’. Έπεσε χοντρό, λυτρωτικό γέλιο…

Ο Φάνης. Χτες στη συνεδρίαση της γραμματείας είπε ξεκάθαρα την άποψή του. ‘Εμείς σαν Κόμμα, πρέπει να μην επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος. Μόνο με δημοκρατικές διαδικασίες θα μπορέσουμε να ξεχωρίσουμε και να παράξουμε έργο που να ευθυγραμμίζεται με τις προγραμματικές μας δηλώσεις. Αν θέλουμε να είμαστε σωστοί αριστεροί’. Το βράδυ πήρε τηλέφωνο δυο δικούς του μέσα από την παράταξη και τους είπε μια ιδέα που έχει για να απαλλαγούνε από τον Λευτέρη, με τις αναθεωρητικές μαλακίες του. Αποφασίσανε να τον ‘δώσουν’ στον Πρόεδρο…

 
Ποια σύγχυση επικρατεί στο μυαλό του και δεν μπορεί να πιάσει την άκρη για να ξετυλίξει το κουβάρι της απελπισίας του;  Οι στόχοι του θολοί και μπερδεμένοι. Η κόλασή του στρωμένη με καλές προθέσεις, όπως κάθε κόλαση. Η σκέψη του, πωρωμένη από τις δεκαετίες της καταπίεσης, δεν τον αφήνει να πάρει μια σωστή απόφαση.Κάνει κάθε μέρα αυτό που μισεί. Θέλεις να του συμπαρασταθείς και να τον βοηθήσεις, αλλά δεν ξέρεις από πού ν’ αρχίσεις και πού να τελειώσεις.

Μήπως να του επαναλάβεις τον στίχο του ποιητή:
κι αντέστε να πεθάνετε, εσείς που πρέπει να πεθάνετε  
και να προχωρήσεις σκυφτός τον δρόμο σου;

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ