Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ Ή ΕΧΘΡΟΙ ΤΟΥ ΑΤΟΜΟΥ;

Καλοκαίριασε και, όπως τα χελιδόνια την άνοιξη, έκαναν την ετήσια εμφάνισή τους οι δεκάδες – ή εκατοντάδες; – ερασιτεχνικοί θίασοι που επιθυμούν να αποδείξουν πως το θέατρο δεν απαιτεί εξειδικεύσεις ή ειδικές ικανότητες αλλά είναι κτήμα κάθε ανθρώπου, αρκεί να νιώσει μέσα του την ανάγκη να εκφράσει αυτό που νιώθει και να απαλλαγεί προφανώς από διάφορα συμπλέγματα που τον ταλαιπωρούν στην καθημερινή του ζωή. Πολλά λέγονται για την σπουδαιότητα των ερασιτεχνικών ομάδων και το όφελος που προσφέρουν στα μέλη τους, στα άτομα εκείνα που ‘το έχουν μέσα τους’ αλλά οι συνθήκες δεν το επέτρεψαν να εκδηλωθεί. Πολλά λέγονται και εναντίον του ερασιτεχνισμού με επιχειρήματα ατράνταχτα και βάσιμα, εκφρασμένα πάντοτε από επαγγελματίες που γι’ αυτούς το θέατρο είναι η ζωή τους και ταυτόχρονα το ψωμί τους.  Οι μεν λένε πως η Τέχνη δεν είναι κτήμα κανενός και οι δε ισχυρίζονται ότι, όπως όλα, έτσι και το θέατρο έχει τους κανόνες του και τις απαιτήσεις του και χρειάζεται κάτι παραπάνω από απλή διάθεση, για να φτάσει μέχρι το κοινό και να λειτουργήσει. Αυτό το τελευταίο, το να λειτουργήσει δηλαδή, είναι τόσο παρεξηγημένο που αν οι ερασιτέχνες αντιλαμβανόντουσαν το μέγεθός του ίσως να μην αποτολμούσαν το εγχείρημα, πολλοί δε από τους επαγγελματίες να εγκατέλειπαν έγκαιρα το θέατρο πριν κάνουν ακόμη περισσότερο κακό από αυτό που κάνουν. Πολλοί από εκείνους που προτείνουν την ενασχόληση με το θέατρο λένε ότι είναι μια τέλεια ψυχοθεραπεία που θεραπεύει από πάσα νόσον και πάσα μαλακίαν, και ίσως να έχουν κάποιο δίκιο, έστω παρατραβηγμένο, αφού κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι και μόνο η δημόσια έκθεση του εαυτού μας, αποτελεί ένα τεράστιο βήμα για όσους επιθυμούν να έρθουν σε επαφή με τον άλλο και ότι αν όλοι  το αποφασίζανε, πολλές κοινωνικές αρρώστιες θα είχαν αποφευχθεί, αφού το ατομικό θάρρος θα έβαζε τις βάσεις της συνύπαρξης και της ομαδικότητας και θα προχωρούσε στην υλοποίηση της πολυπόθητης ένωσης των ανθρώπων για την από κοινού αντιμετώπιση του ‘αντίπαλου’. Εκείνου του ‘άγνωστου εχθρού’ μέσα μας, που η ψυχολογία τον ξέρει πολύ καλά. Το μόνο πρόβλημα σ’ αυτή την περίπτωση είναι ότι η ψυχοθεραπεία μπορεί να γίνει δημόσια μόνο αν πρώτα ρωτήσουμε τον θεατή αν επιθυμεί να την παρακολουθήσει. Και κάτι τέτοιο δεν γίνεται. Κάπου εκεί μπερδεύονται τα πράγματα γύρω από την χρησιμότητα της θεατρικής εμπειρίας και σε κάτι τέτοιες βάσεις στηρίζεται όλη η φιλολογία και παραφιλολογία γύρω από αυτό. Όπως και να ‘χουν τα πράγματα και όση κατανόηση κι αν θέλουμε να δείξουμε, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να συγκρίνουμε την ‘επαγγελματικότητα’ μιας δουλειάς με την ερασιτεχνική εκδοχή της. Στη μία έχουμε αυστηρές απαιτήσεις, στην άλλη τεράστια συγκαταβατικότητα.
          Παρ’ ολ’ αυτά καλό θα ήταν να προβληματιστεί κανείς πάρα πολύ πριν αποτολμήσει το στήσιμο μιας παράστασης με ερασιτέχνες. Το θέατρο, που ισχυρίζονται πολλοί ότι βοηθάει το άτομο να εξωτερικευτεί και να εκφραστεί, μπορεί μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου να γίνει τέρας και να σε κατασπαράξει με ανυπολόγιστες συνέπειες. Οι αρετές του εύκολα γίνονται μπούμερανγκ και χτυπάνε ύπουλα τον χρήστη, οδηγώντας τον είτε σε μια επικίνδυνη εσωστρέφεια, είτε σε μια εξ ίσου επικίνδυνη και ανεξέλεγκτη αποχαλίνωση. Τα φάρμακα πρέπει πάντα να δίνονται σε σωστές δόσεις και από υπεύθυνο γιατρό που να γνωρίζει καλά τον ασθενή. Το ερώτημα είναι πόσοι υπεύθυνοι είναι πραγματικά υπεύθυνοι. Και το λέω επειδή έχουμε δει πολλές θεατρικές τερατογενέσεις που ξεκίνησαν από ερασιτεχνικές ομάδες, όπως πολύ τακτικά βλέπουμε αντίστοιχες τερατογενέσεις που ξεκίνησαν από κακές ‘επαγγελματικές’ σχολές. Οι υπεύθυνοι και των μεν και των πολλές φορές ενδιαφέρονται μόνο για την πάρτη τους, είτε αφορά εξουσιαστικές τάσεις, είτε οικονομικές βλέψεις. Και αυτά τα δυο δεν μπορούν να κρυφτούν όπως ο βήχας, ο έρωτας και το χρήμα.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΖΩ2 τον Ιούλιο του 2012